blinding

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

blinding  (en)

  1. που είναι τόσο φωτεινός που τυφλώνει
    the light from the explosion was blinding even through the protective goggles
  2. (μεταφορικά) που καταπλήσσει ή εντυπωσιάζει πολύ
  3. η ενέργεια του τυφλώνω

[] Open book 01.svg Ρηματικός τύπος

  1. γερούνδιο του ρήματος blind
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες