bloodletting

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

bloodletting (en)

  1. η αφαίμαξη, η παραδοσιακή ιατρική πρακτική για να φύγει το "κακό" αίμα
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: exsanguination (βλέπε και phlebotomy)
  2. (κατ’ επέκταση) η μείωση οποιουδήποτε πόρου (πχ η μείωση του προσωπικού μιας επιχείρησης)
  3. η αιματοχυσία, πχ σ' έναν πόλεμο
    Canada’s annual seal hunt is denounces as a cruel slaughter and blood-letting of hundreds of thousands of baby seals
    bloodshed