bloodletting
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
bloodletting (en)
- η αφαίμαξη, η παραδοσιακή ιατρική πρακτική για να φύγει το "κακό" αίμα
συνώνυμα: exsanguination (βλέπε και phlebotomy)
- (κατ' επέκταση) η μείωση οποιουδήποτε πόρου (πχ η μείωση του προσωπικού μιας επιχείρησης)
- η αιματοχυσία, πχ σ' έναν πόλεμο
- Canada’s annual seal hunt is denounces as a cruel slaughter and blood-letting of hundreds of thousands of baby seals