bloodshed
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
bloodshed (en)
- η αιματοχυσία (η σφαγή, η απώλεια ζωών σε μεγάλη κλίμακα)
bloodshed (en)