blouse

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : blousé

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

blouse < γαλλική blouse

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
blouse blouses

blouse  (en)

  1. πουκαμίσα
  2. κορσές



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

blouse, αβέβαιου ετύμου

[] Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις

Ίσως παράγωγο του bleu, τυπικό χρώμα των ενδυμάτων εργασίας → δείτε τη λέξη: bleu de travail.
Ίσως ακόμη να προέρχεται από την αιγυπτιακή πόλη Πηλούσιο, στα λατινικά Pelusium, στα αραβικά Bilouz (Blouz). Από εκεί εξαγόταν το ινδικόν, απ' όπου έβγαινε το λουλάκι, χρωστική ουσία που έδινε, ήδη τότε, αυτό το χρώμα στα ενδύματα εργασίας. Αυτή η ετυμολογία δεν θεωρείται σωστή.
Άλλες πηγές συνδέουν αυτή τη λέξη στο blousse.
Τέλος, σύμφωνα με άλλους, η λέξη έχει γερμανική προέλευση και ήρθε στα νέα γαλλικά μέσω των αρχαίων γαλλικών λέξεων blaude και bliaut.

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /bluz/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
blouse blouses

blouse  (fr) θηλυκό

  1. ένδυμα εργασίας που ανοίγει από μπροστά και φοριέται πάνω από τα άλλα ενδύματα
    les paysans et beaucoup d’ouvriers portent la blouse
    blouse de peintre, de sculpteur, de chirurgien, d’infirmier, etc.
  2. είδος γυναικείου κορσέ
  3. (παρωχημένο) κάθε μία από τις έξι τρύπες του τραπεζιού του μπιλιάρδου
  4. (παρωχημένο) αξεσουάρ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν καλούπι

[] Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα

[] Υπώνυμα

[] Open book 01.svg Ρηματικός τύπος

blouse  (fr)

[] Wiki puzzle.svg Αναγραμματισμοί

[] Ομώνυμα

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες