blouse
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
- blouse < γαλλική blouse
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| blouse | blouses |
blouse (en)
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- blouse, αβέβαιου ετύμου
Σημειώσεις [
]
- Ίσως παράγωγο του bleu, τυπικό χρώμα των ενδυμάτων εργασίας → δείτε τη λέξη: bleu de travail.
- Ίσως ακόμη να προέρχεται από την αιγυπτιακή πόλη Πηλούσιο, στα λατινικά Pelusium, στα αραβικά Bilouz (Blouz). Από εκεί εξαγόταν το ινδικόν, απ' όπου έβγαινε το λουλάκι, χρωστική ουσία που έδινε, ήδη τότε, αυτό το χρώμα στα ενδύματα εργασίας. Αυτή η ετυμολογία δεν θεωρείται σωστή.
- Άλλες πηγές συνδέουν αυτή τη λέξη στο blousse.
- Τέλος, σύμφωνα με άλλους, η λέξη έχει γερμανική προέλευση και ήρθε στα νέα γαλλικά μέσω των αρχαίων γαλλικών λέξεων blaude και bliaut.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| blouse | blouses |
blouse (fr) θηλυκό
- ένδυμα εργασίας που ανοίγει από μπροστά και φοριέται πάνω από τα άλλα ενδύματα
- les paysans et beaucoup d’ouvriers portent la blouse
- blouse de peintre, de sculpteur, de chirurgien, d’infirmier, etc.
- είδος γυναικείου κορσέ
- (παρωχημένο) κάθε μία από τις έξι τρύπες του τραπεζιού του μπιλιάρδου
- (παρωχημένο) αξεσουάρ που μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν καλούπι
[
]
[
]
Συνώνυμα [
]
[
]
Ρηματικός τύπος [
]
blouse (fr)