bond
Από Βικιλεξικό
[
]
bond (en)
- δεσμός
- the bond of friendship
- (στον πληθυντικό) τα δεσμά
- the bonds of matrimony
- iron bonds
- (χημεία) χημικός δεσμός
- (οικονομία) ομολογία, ομόλογο, ομολογιακό δάνειο
- χρήματα που καταβάλλονται ως μέρος της εγγύησης (bail) προκειμένου να αφεθεί ελεύθερος ένας κρατούμενος και κατόπιν δεν επιστρέφονται