book
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| book | books |
Ουσιαστικό [
]
book (en)
Ρήμα [
]
book (en)
- κάνω κράτηση π.χ. σε εστιατόριο
- I booked a table at the restaurant