bouchon

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
bouchon bouchons

bouchon  (fr) αρσενικό

  1. το καπάκι, το πώμα μιας φιάλης
    δείτε τις λέξεις: capuchon και couvercle
  2. (οικείο) το μποτιλιάρισμα
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες