brennen
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Γερμανικά (de)
[
]
Ρήμα
brennen
(de)
(αμετάβατο)
καίω
(μεταβατικό)
ψήνω
[
]
Συγγενικές λέξεις
brennbar
Brennelemente
Brennmaterial
Brennnessel
Brennofen
Brennpunkt
Brennspiritus
Brennstoff
brenzlig
Κατηγορίες
:
Γερμανική γλώσσα
Ρήματα (γερμανικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Deutsch
English
Español
Euskara
Suomi
Français
Hrvatski
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
ქართული
한국어
Limburgs
Lietuvių
Occitan
Polski
Русский
Svenska
Türkçe
中文