bricolage
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- bricolage < bricoler
[
]
Ουσιαστικό
bricolage (fr) αρσενικό
[
]
Ιταλικά (it)
[
]
Ουσιαστικό
bricolage (it)
- το μαστόρεμα