broker
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
broker (en)
- χρηματιστής
- μεσίτης
- πράκτορας (ναυτιλιακός, ασφαλιστικός κλπ)
[
]
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- broker < αγγλική broker
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| broker | brokers |
broker (fr) αρσενικό