bum

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Open book 01.svg Επίθετο

bum  (en)

  • που είναι χαμηλής ποιότητας, κακός
    that's the third time he's given me bum advice about the stock market
    είναι η τρίτη φορά που μου έχει δώσει κακές συμβουλές για το χρηματιστήριο
  • δυσάρεστος, άσχημος (κυρίως για μαστούρα)
    I cannot do shrooms and alcohol together, I always have a bum trip
  • για μέρος του σώματος που δεν λειτουργεί καλά, συνήθως λόγω παλιού τραυματισμού, χτυπημένος
    I don't walk much anymore because of my bum leg
    δεν περπατάω πολύ πια εξαιτίας του χτυπημένου μου ποδιού


[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

bum  (en)


[] Open book 01.svg Ρήμα

bum  (en)

  • κάνω τράκα
    Can I bum a cigarette off you?
    Να σου κάνω τράκα ένα τσιγάρο;
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες