bus
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| bus | buses |
Ουσιαστικό [
]
bus (en)
- το λεωφορείο
Ρήμα [
]
bus (en)
- ανεβαίνω σε λεωφορείο
- ανεβάζω κάτι σε λεωφορείο
- μετακινούμαι με λεωφορείο
- καθαρίζω τραπέζι απο ψίχουλα και άλλα απομεινάρια φαγητού (και ως επαγγελματική απασχόληση)
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| bus | bus |
bus (fr) αρσενικό
- (οικείο) το λεωφορείο