busted
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Επίθετο
busted (en)
- που πιάστηκε επ' αυτοφώρω
- (αργκό) χωρίς λεφτά, απένταρος, ταπί
- (αργκό) κουρασμένος, εξαντλημένος
- (αργκό) σπασμένος, χαλασμένος, που δεν λειτουργεί
[
]
Ρηματικός τύπος
busted (en)
- αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος bust