caca

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ka.ka/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

caca  (fr) αρσενικό μόνο στον ενικό

  1. (οικείο) (παιδική λέξη) τα κακά
  2. (κατ' επέκταση) βρώμα, βρωμιά

[] Εκφράσεις

  • être dans le caca: τα βρίσκω σκούρα
  • faire caca : κάνω κακά

[] Nuvola apps noatun.png Σύνθετα

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες