cachot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
cachot cachots

cachot (fr) αρσενικό

  1. το μπουντρούμι
  2. (κατ’ επέκταση) απομόνωση από τους άλλους φυλακισμένους