caduc

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός πληθυντικός
αρσενικό caduc caducs
θηλυκό caduque caduques

caduc  (fr) αρσενικό

  1. (παρωχημένο) που φτάνει στο τέλος της ζωής του, ετοιμόρροπος
  2. ξεπερασμένος, άκυρος
  3. που πρόκειται να πέσει αφού εκτέλεσε τη λειτουργία του
    des arbres aux feuilles caduques - φυλλοβόλα δέντρα
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: persistant
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες