caillou

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
caillou cailloux

caillou (fr) αρσενικό

  1. το βότσαλο, το πετραδάκι
  2. (οικείο) το κρανίο
  3. (για ένα χωράφι, για ένα τοπίο) du caillou: σκέτη πέτρα, ξερότοπος

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

Είναι ένα από τα 7 ουσιαστικά που έχουν τον πληθυντικό τους σε -x. Ορίστε ολόκληρη η λίστα:

bijou - caillou - chouchou - genou - hibou - joujou - pou

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]