calibre
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| calibre | calibres |
calibre (fr) αρσενικό
- η εσωτερική διάμετρος ενός σωλήνα· η εσωτερική διάμετρος ενός όπλου, κανονιού...
- (τεχνολογία) συσκευή μέτρησης των διαστάσεων μηχανικών εξαρτημάτων
- (κατ' επέκταση)
- μέγεθος ενός βλήματος
- μέγεθος ενός αντικειμένου
- (μεταφορικά) (παρωχημένο) σπουδαιότητα, ένταση