cane
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
cane (en)
Γαλλικά (fr)
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| cane | canes |
cane (fr) θηλυκό
- η θηλυκή πάπια
Συγγενικές λέξεις
- → βλέπε λέξη: canard