cascade
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| cascade | cascades |
cascade (fr) θηλυκό
- ο καταρράκτης· σειρά από καταρράκτες
- (μεταφορικά) κάτι που συμβαίνει σε σειρά, βροχή από κάτι
- εκτέλεση επικίνδυνων σκηνών στο σινεμά· εκτέλεση επικίνδυνων ασκήσεων στον αθλητισμό
- (τεχνολογία) circuit en cascade: κύκλωμα εν σειρά
- en cascade: απανωτά