cascadeur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /kas.ka.dœːʁ/

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

cascadeur < cascader

[] Open book 01.svg Επίθετο

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό cascadeur cascadeurs
θηλυκό cascadeuse cascadeuses

cascadeur  (fr) αρσενικό

  1. (οικείο) ή (παρωχημένο) χαρακτηριστικός ελαφρών ηθών

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό cascadeur cascadeurs
θηλυκό cascadeuse cascadeuses

cascadeur  (fr) αρσενικό

  1. ακροβάτης που εκτελεί σειρά πτώσεων ή πηδημάτων, συνήθως σαν μέλος ομάδας
  2. ο κασκαντέρ
  3. (κατ' επέκταση) που ψάχνει τον κίνδυνο, το ρίσκο, συνήθως στο σπορ

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες