chance
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Γαλλικά (fr)
Προφορά
ΔΦΑ
: /
ʃɑ̃s
/
Ουσιαστικό
ενικός
πληθυντικός
chance
chances
chance
(fr)
θηλυκό
η
τύχη
il a beaucoup de
chance
- έχει πολλή/μεγάλη
τύχη
η
ευκαιρία
il faut lui donner une nouvelle
chance
- πρέπει να του δώσουν ακόμα μια
ευκαιρία
Κατηγορίες
:
Γαλλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (γαλλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Αναζήτηση
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
العربية
Dansk
Deutsch
English
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Հայերեն
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
Қазақша
Kurdî / كوردی
Limburgs
ລາວ
Nederlands
Norsk (bokmål)
Polski
Português
Русский
Simple English
Svenska
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
Türkçe
Tatarça/Татарча
Tiếng Việt
中文