chance

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Γαλλικά (fr)

Προφορά

ΔΦΑ : /ʃɑ̃s/

Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
chance chances

chance  (fr) θηλυκό

  1. η τύχη
    il a beaucoup de chance - έχει πολλή/μεγάλη τύχη
  2. η ευκαιρία
    il faut lui donner une nouvelle chance - πρέπει να του δώσουν ακόμα μια ευκαιρία
Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/chance"