chance

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

βρετανική 
αμερικάνικη 

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

chance  (en)

  1. η τύχη
  2. η ευκαιρία

[] Open book 01.svg Ρήμα

chance  (en)

  1. τυχαίνω
  2. δοκιμάζω, ρισκάρω
  3. βρίσκω από τύχη



[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ʃɑ̃s/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
chance chances

chance  (fr) θηλυκό

  1. η τύχη
    il a beaucoup de chance - έχει πολλή/μεγάλη τύχη
  2. η ευκαιρία
    il faut lui donner une nouvelle chance - πρέπει να του δώσουν ακόμα μια ευκαιρία
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες