charmeur
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
- charmeur < charmer
Ουσιαστικό [
]
| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | charmeur | charmeurs |
| θηλυκό | charmeuse | charmeuses |
charmeur (fr)
- ο γόης