check
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
check (en)
- η επιταγή, το τσεκ
- ο λογαριασμός (πχ στο εστιατόριο)
- το νύγμα (
) - επιθεώρηση, εξέταση
- (σκάκι) το σαχ, το ρουά
- (συνήθως στον πληθυντικό) διακοσμητικό μοτίβο αποτελούμενο από τετράγωνα σε δύο χρώματα, όπως στη σκακιέρα
Ρήμα [
]
check (en)