chiffon

Από Βικιλεξικό

Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Πίνακας περιεχομένων

Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό

chiffon  (fr) αρσενικό

  1. κομμάτι από παλιό ύφασμα
  2. (συνεκδοχικά) τσαλακωμένα ρούχα
  3. (καθομιλουμένη) γυναικεία ρούχα

Εκφράσεις

  • parler chiffons : μιλάω για ρούχα
  • agiter le chiffon rouge : αναφέρω ένα θέμα που ξέρω ότι θα προκαλέσει έντονη συζήτηση
  • passer un coup de chiffon : ξεσκονίζω στα γρήγορα

Συγγενικές λέξεις

Ανακτήθηκε από "http://el.wiktionary.org/wiki/chiffon"