chiffonnier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

chiffonnier (fr) αρσενικό, chiffonnière θηλυκό

  1. αυτός που μαζεύει τα παλιά ρούχα για να τα πουλήσει
  2. η σιφονιέρα (έπιπλο)

Εκφράσεις[]

  • dispute de chiffonniers : καυγάς, θορυβώδης τσακωμός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]