chouette
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Επίθετο
chouette (fr) αρσενικό ή θηλυκό άκλιτο
- καταπληκτικός, φανταστικός
- Il est chouette ce livre ! - Eίναι καταπληκτικό αυτό το βιβλίο!
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| chouette | chouettes |
chouette (fr) θηλυκό