chronomètre
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| chronomètre | chronomètres |
chronomètre (fr) αρσενικό
- το χρονόμετρο