claw
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
claw (en)
[
]
Ρήμα
claw (en)
- γδέρνω ή ξεσκίζω με τα νύχια
- αρπάζω κάτι με τα νύχια
- σκαρφαλώνω μετα νύχια