clochard

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό clochard clochards
θηλυκό clocharde clochardes

clochard  (fr)

  1. αλήτης, αυτός που περιφέρεται χωρίς μόνιμη κατοικία και χωρίς δουλειά, ο κλοσάρ