coing
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αρχαία γαλλικά (fro) από το 842 έως το 1400 [
]
Ετυμολογία [
]
Ουσιαστικό [
]
coing αρσενικό
- η γωνία
Συνώνυμα[
]
Ετυμολογία [
]
- coing < λατινική cotoneum ή cydoneum < αρχαία ελληνική FRO
Ουσιαστικό [
]
coing αρσενικό
- το κυδώνι
Συνώνυμα[
]
Γαλλικά (fr) [
]
Ουσιαστικό [
]
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| coing | coings |
coing (fr) αρσενικό