commission
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
commission (en)
- αποστολή (που πρέπει κάποιος να φέρει σε πέρας)
- στρατιωτική θέση που ανατίθεται σε αξιωματικό
- επιτροπή
- προμήθεια (σε διαμεσολαβητές)
- διάπραξη (πχ ενός εγκλήματος)