commit
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ρήμα
commit
(en)
διαπράττω
,
κάνω
(έγκλημα, αμαρτία, σφάλμα)
commit suicide
:
αυτοκτονώ
(
+ to, upon
)
παραδίδω
παραπέμπω
(σε δίκη)
εκθέτω
, βάζω σε κίνδυνο
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
Ρήματα (αγγλικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Cymraeg
English
Español
Eesti
فارسی
Suomi
Français
Magyar
Ido
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
한국어
Limburgs
Lietuvių
മലയാളം
မြန်မာဘာသာ
Polski
Português
Simple English
Svenska
தமிழ்
తెలుగు
Tiếng Việt
中文