complaisance
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| complaisance | complaisances |
complaisance (fr) θηλυκό
- η συγκαταβατικότητα
- η ευγενικότητα, η καλοβολία
- η φιλοφρόνηση, η αυταρέσκεια