concentrate
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
concentrate (en)
- (μεταβατικό) συγκεντρώνω
- (μεταβατικό) συμπυκνώνω
- (αμετάβατο) συγκεντρώνομαι (π.χ. για ένα πλήθος)
- (αμετάβατο) συγκεντρώνομαι (συγκεντρώνω το μυαλό μου)