concierge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of the United Kingdom.svg Αγγλικά (en) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

concierge (en)

  1. υπάλληλος ενός ξενοδοχείου που φροντίζει να εξυπηρετήσει τους πελάτες, πχ να τους κλείσει εισιτήρια ή εστιατόριο
  2. θυρωρός μιας πολυκατοικίας



Flag of France.svg Γαλλικά (fr) []

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ενικός πληθυντικός
concierge concierges

concierge (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. ο θυρωρός
  2. (μεταφορικά) ο κουτσομπόλης