conductor
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
conductor (en)
- διευθυντής ορχήστρας, χορωδίας
- ελεγκτής εισιτηρίων σε συγκοινωνιακά μέσα
- (φυσική) αγωγός (του ηλεκτρισμού, της θερμότητας κλπ)