conductor
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
conductor
(en)
διευθυντής
ορχήστρας, χορωδίας
ελεγκτής
εισιτηρίων σε συγκοινωνιακά μέσα
(
φυσική
)
αγωγός
(του ηλεκτρισμού, της θερμότητας κλπ)
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ουσιαστικά (αγγλικά)
|
Φυσική (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
العربية
Deutsch
English
Español
Suomi
Français
Galego
Magyar
Bahasa Indonesia
Ido
Italiano
日本語
ಕನ್ನಡ
Kurdî / كوردی
മലയാളം
Nederlands
Norsk (bokmål)
Polski
Русский
Kiswahili
தமிழ்
తెలుగు
Tiếng Việt
中文