confédération
Από Βικιλεξικό
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- confédération < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| confédération | confédérations |
confédération (fr) θηλυκό