consistorium

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

consistorium < consisto < con + sisto

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

consistorium

  1. υστερολατινική αίθουσα συνελεύσεων ή συνεδριάσεων (συνήθως με τον imperator/αυτοκράτορα)
  2. υστερολατινική χώρος αναμονής υπηρετών
  3. (λέξη της εκκλησιαστικής λατινικής) Consistorium: χώρος συνέλευσης εκκλησιαστικών αξιωματούχων, κονκλάβιο

Plume ombre.png Κλίση[]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική consistorium consistoria
γενική consistoriī & consistori consistoriōrum
δοτική consistoriō consistoriīs
αιτιατική consistorium consistoria
κλητική consistorium consistoria
αφαιρετική consistoriō consistoriīs
(β' κλίση)