contraction
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
contraction (en)
- (φυσική) η συστολή (μείωση όγκου)
- (ιατρική) η συστολή (πριν τον τοκετό)
- η συστολή (ή σύσπαση) ενός μυός
- (οικονομία) περίοδος ύφεσης, αρνητικής ανάπτυξης
- (γραμματική) συγκεκομμένη μορφή λέξης ή φράσης, προϊόν έκκρουσης
- "don't" is a contraction of "do not"
- (γραμματική) συγκοπή, αποβολή φθόγγων στο μέσον μιας λέξης
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- contraction < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| contraction | contractions |
contraction (fr) θηλυκό