contradiction
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
contradiction (en)
- η αντίφαση
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| contradiction | contradictions |
contradiction (fr) θηλυκό
- η αντίφαση
[
]
- → δείτε τη λέξη: contredire