cooptation

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of France.svg Γαλλικά (fr)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

cooptation < λατινική cooptatio

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /kɔɔptasjɔ̃/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

ενικός πληθυντικός
cooptation cooptations

cooptation  (fr) θηλυκό

  1. η εκλογή ενός νέου μέλους μιας επιτροπής από τα υπάρχοντα μέλη

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες