coordinate
Από Βικιλεξικό
Αγγλικά (en) [
]
Ρήμα [
]
coordinate (en) και co-ordinate
- συντονίζω
- συνταιριάζω (κυρίως ρούχα μεταξύ τους)
Ουσιαστικό [
]
coordinate (en) και co-ordinate