cope
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
Αγγλικά (en)
Ρήμα
cope
(en)
αντιμετωπίζω
μια κατάσταση,
αντεπεξέρχομαι
(π.χ. τις οικονομικές δυσκολίες)
Κατηγορίες
:
Αγγλική γλώσσα
|
Ρήματα (αγγλικά)
Εμφανίσεις
Άρθρο
Συζήτηση
Επεξεργασία
Ιστορικό
Προσωπικά εργαλεία
Δοκιμάστε την Beta
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Άλλες γλώσσες
Deutsch
English
Eesti
Suomi
Français
Magyar
Ido
ಕನ್ನಡ
മലയാളം
Norsk (bokmål)
Simple English
தமிழ்
తెలుగు
Tiếng Việt
Walon
中文