correction
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en) [
]
Ουσιαστικό [
]
correction (en)
Γαλλικά (fr) [
]
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /kɔ.ʁɛ.ksjɔ̃/
Ουσιαστικό [
]
correction (fr) θηλυκό