couche
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- couche < culche < coucher
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| couche | couches |
couche (fr) θηλυκό
[
] Εκφράσεις
- partager la couche de quelqu'un - συζώ με κάποιον
- fausse couche - (ιατρική) αποβολή