courier
Από Βικιλεξικό
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
courier (en)
- αγγελιοφόρος
- πρόσωπο που φροντίζει και οδηγεί ξένους, τουρίστες· ξεναγός
courier (en)