crêpe
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| crêpe | crêpes |
crêpe (fr) θηλυκό
- το κρεπ, είδος υφάσματος
- το πένθος, κομμάτι μαύρου υφάσματος που φοριέται στο μανίκι
- λατέξ από καουτσούκ από το οποίο φτιάχνονται οι σόλες των παπουτσιών
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| crêpe | crêpes |
crêpe (fr) θηλυκό
[
] Εκφράσεις
- laisser tomber quelqu’un comme une crêpe -
- retourner quelqu’un comme une crêpe - κάνω κάποιον να αλλάξει γνώμη, τον φέρνω στα νερά μου
- se crêper le chignon -
- se retourner comme une crêpe - αλλάζω τελείως γνώμη