crash
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Αγγλικά (en)
Ουσιαστικό
crash (en)
- δυνατός θόρυβος (πχ από σπάσιμο)
- σύγκρουση
- συντριβή
- κατάρρευση υπολογιστικού συστήματος
- κραχ στην οικονομία
- μια ομάδα ρινόκερων
Επίθετο
crash (en)
- crash diet
Ρήμα
crash (en)
- συντρίβομαι
- the helicopter crashed
- προκαλώ συντριβή
- καταρρέω (για υπολογιστή ή πρόγραμμα)
- πέφτω, καταρρέω μετά από την ευφορία που προκλήθηκε λόγω χρήσης ναρκωτικών