crash
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Αγγλικά (en)
[
]
Ουσιαστικό
crash (en)
- δυνατός θόρυβος (πχ από σπάσιμο)
- σύγκρουση
- συντριβή
- κατάρρευση υπολογιστικού συστήματος
- κραχ στην οικονομία
- μια ομάδα ρινόκερων
[
]
Επίθετο
crash (en)
- crash diet
[
]
Ρήμα
crash (en)
- συντρίβομαι
- the helicopter crashed
- προκαλώ συντριβή
- καταρρέω (για υπολογιστή ή πρόγραμμα)
- πέφτω, καταρρέω μετά από την ευφορία που προκλήθηκε λόγω χρήσης ναρκωτικών
[
]
Γαλλικά (fr)
[
]
Ετυμολογία
- crash < αγγλική
[
]
Ουσιαστικό
| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| crash | crashs |
crash (fr) αρσενικό