cresco

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

cresco < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ker- (αυξάνω). Συγγενές με τα (λατινικά) creo, Ceres, (αρχαία ελληνική ) κόρη, κούρος και (παλαιοαρμενικά) սերիմ (serim, γεννιέμαι).

Open book 01.svg Ρήμα[]

cresco (la)

  1. γίνομαι, φύομαι
  2. αυξάνομαι
  3. ψηλώνω

Plume ombre.png Κλίση[]